μέτρημα


μέτρημα
[мэтрима] ουσ. о. обмер, измерение,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μέτρημα" в других словарях:

  • μέτρημα — measured distance neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μέτρημα — το (Α μέτρημα) [μετρώ] η πράξη τού μετρώ, μέτρηση, καταμέτρηση («τέλειωσα το μέτρημα τών φύλλων τού ντοσιέ») νεοελλ. 1. περιουσία ή προίκα σε μετρητά («πήρε πολύ μέτρημα») 2. υπολογισμός, σχέδιο 3. λογαριασμός αρχ. 1. δόση, μερίδα 2. σιτηρέσιο… …   Dictionary of Greek

  • μέτρημα — το 1. μέτρηση: Τα λεφτά ήθελαν μέτρημα. 2. αρίθμηση, απαρίθμηση: Δεν τα πάει καλά στο μέτρημα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μέτρημ' — μέτρημα , μέτρημα measured distance neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετρήματι — μέτρημα measured distance neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετρημάτιον — μετρημάτιον, τὸ (Α) [μέτρημα] (για πληρωμές σε είδος) υποκορ. τού μέτρημα …   Dictionary of Greek

  • παραριθμώ — έω, Α 1. μετρώ, υπολογίζω μαζί με κάτι, συναριθμώ 2. μετρώ πράγματα ή είδη σε απογραφή 3. (για λόγους) δίνω σε κάτι ιδιαίτερη αξία 4. κάνω λάθος στο μέτρημα, λογαριάζω εσφαλμένα 5. εξαπατώ, κοροϊδεύω στο μέτρημα …   Dictionary of Greek

  • Σποράδες — Έτσι ονομάζονταν στην αρχαιότητα τα κατασπαρμένα νησιά του Αιγαίου, του Κρητικού και του Καρπάθιου πελάγους, σε αντίθεση προς το νησιωτικό κύκλο, που περιέκλειε τη Δήλο. Στα νεώτερα χρόνια είχε επικρατήσει να ονομάζονται Ανατολικές Σ. τα κατά… …   Dictionary of Greek

  • απαρίθμηση — η (AM ἀπαρίθμησις, εως) το να απαριθμεί κάποιος, το μέτρημα ή καταμέτρηση …   Dictionary of Greek

  • απομετρώ — ( άω) (Α ἀπομετρῶ, έω) νεοελλ. τελειώνω το μέτρημα αρχ. 1. μετρώ ακριβώς 2. μετρώ και διανέμω …   Dictionary of Greek